Πως να Απαλύνω τον Πόνο του ότι δεν έχω Σχέση;

Οι ερωτικές σχέσεις είναι κάτι που οι περισσότεροι έχουν ανάγκη, όμως ενώ για κάποιους είναι κάτι ευχάριστο για άλλους είναι πηγή άγχους.

Πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι το να μην έχουν ερωτική σχέση, είναι αποδεκτό. Αυτοί μπορεί να θέλουν σύντροφο αλλά μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους μέχρι να συμβεί αυτό ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία σημαντική τους σχέση. Μπορεί να ψάχνουν για σχέση αλλά είναι επιλεκτικοί γιατί αντιλαμβάνονται ότι δεν ταιριάζουν όλοι με όλους κι αυτό είναι φυσιολογικό. Είναι ευχαριστημένοι με τη ζωή τους, γνωρίζουν πως η σχέση είναι κάτι που έχουν ανάγκη αλλά κατανοούν ότι το κατάλληλο άτομο απλώς δεν έχει βρεθεί ακόμα (και μπορεί να μην βρεθεί και ποτέ), κυρίως όμως δεν νιώθουν ελαττωματικοί, κακοί ή απεχθείς λόγω της απουσίας συντρόφου.

Αντιθέτως υπάρχουν άνθρωποι που η έλλειψη ερωτικού συντρόφου τους προκαλεί πανικό. Μπορεί να μετρούν τις ημέρες και τους μήνες από την τελευταία φορά που χώρισαν, βλέπουν άλλους σε σχέση και θεωρούν ότι οι ίδιοι έχουν κάνει κάτι πολύ λάθος, πάντα νιώθουν ότι «έχουν αργήσει», ότι η ζωή τους προσπέρασε και δεν πρόλαβαν να βρουν αυτό το ένα άτομο που θα τους ολοκληρώσει. Μπορεί να είναι 30, ή 40 ή 50 ετών αλλά ασχέτως ηλικίας, θεωρούν ότι ήδη είναι ήδη πολύ αργά και θα πρέπει μέσα σε μία κατάσταση πανικού να επανορθώσουν γι’ αυτό τους το «ελάττωμα».

Στο μυαλό τους οι συνέπειες του να μην βρουν τον κατάλληλο σύντροφο άμεσα, θα είναι μία ζωή χωρίς νόημα, γεμάτη μοναξιά, πιθανότατα με το επιπλέον βάρος της κατακραυγής από την κοινωνία, τους γονείς και τους φίλους, χωρίς πραγματικά να γνωρίζουν πως βλέπουν οι γύρω τους τα πράγματα. Μπορεί αυτοί οι άνθρωποι να νιώθουν ότι έχουν ένα εγγενές ελάττωμα που τους εμποδίζει να αγαπηθούν, ότι είναι κακοί, άσχημοι, τιποτένιοι, ανάξιοι κι ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουν καταφέρει να βρουν το κατάλληλο άτομο. Δυστυχώς αυτές οι σκέψεις κάνουν το άτομο να νιώθει ο πιο ασήμαντος άνθρωπος στον κόσμο, ο πιο κατακριτέος, ο πιο αξιοθρήνητος, άξιος για χλεύη και λύπηση, κάποιος που πίσω από την πλάτη του τον λυπούνται η τον περιγελούν για τα ελαττώματά του που έχουν ως συνέπεια την έλλειψη συντρόφου.

Στον νου ενός τέτοιου ατόμου, η έντονη δυσφορία των αρνητικών σκέψεων αυτού του είδους λύνεται μόνο με την εύρεση συντρόφου. Τα άτομα αυτά βασανίζονται από σκέψεις και συναισθήματα μειονεξίας και προσπαθούν μέσω ενός άλλου ανθρώπου να κρυφτούν από την αίσθηση της ανεπάρκειας και μάλιστα όσο πιο άξιος/α ο σύντροφος τόσο πιο άξιοι νιώθουν και οι ίδιοι. Αν ο/η σύντροφός μου είναι επιτυχημένος/η, όμορφος/η, διάσημος/η ή κοινωνικός/η, τότε κάπως κι εγώ σταματώ να είμαι ο πιο αποτυχημένος και αξιοθρήνητος άνθρωπος στον κόσμο και αποκτώ κάποια αξία.

Μέσα στον πανικό τους κυνηγούν αυτό το ένα άτομο που θα τους ανυψώσει από το ναδίρ στο οποίο νιώθουν ότι βρίσκονται. Κάθε φορά που θυμούνται ότι είναι μόνοι, οδηγούνται σε καταστροφολογικές αλυσίδες σκέψεων όπως «είμαι ήδη 29 ετών και δεν έχω βρει σύντροφο, σε λίγο καιρό θα έχω περισσότερες ρυτίδες, το δέρμα μου δεν θα είναι τόσο λείο, το σώμα μου δεν θα είναι τόσο νεανικό και γυμνασμένο, οι γύρω θα με βλέπουν και θα με αποφεύγουν γιατί θα σκέφτονται ότι για να είμαι χωρίς σχέση κάτι πάει στραβά μαζί μου άρα θα καταλήξω μόνος/η».

Οι άνθρωποι αυτοί βιώνουν μονίμως ένα έντονο άγχος και προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτήν την εσωτερική φωνή που τους κατακρίνει για τα «ελαττώματά» τους και τους προειδοποιεί για όλα τα φριχτά πράγματα που θα τους συμβούν αν δεν γεμίσουν το κενό της μοναξιάς τους με την παρουσία ενός «άλλου». Μέσα στον πανικό τους οδηγούνται σε μία ατέρμονη προσπάθεια αλλεπάλληλων ραντεβού, (κάτι που με την επέλαση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πλέον εύκολο) ή σε σχέσεις με άτομα που φαίνεται από την πρώτη στιγμή ότι δεν είναι κατάλληλα γι’ αυτούς. Παρόλα αυτά όταν οι εφήμερες ή δυσλειτουργικές σχέσεις τελειώσουν, οι άνθρωποι αυτοί καταλήγουν στο δικό τους μυαλό να επιβεβαιώνουν αυτό που φοβούνται: ότι για να μην μπορούν να κρατήσουν μία σχέση κοντά τους, είναι όντως ελαττωματικοί.

Γιατί κάποιοι βλέπουν έτσι τον κόσμο; Γιατί δεν βλέπουν ότι στην πραγματικότητα δεν ψάχνουν για κάποιο άτομο που θα τους ταιριάζει αλλά για κάποιο, οποιοδήποτε άλλο άτομο που θα καλύψει το κενό που νιώθουν άσχετα με το αν ταιριάζουν η όχι (και συνήθως κάθε άλλο παρά ταιριάζουν); Πώς γίνεται κάποιοι άνθρωποι να βρίσκονται σε πανικό όταν είναι μόνοι ενώ κάποιοι άλλοι στην ίδια ακριβώς κατάσταση να νιώθουν ασφαλείς;

Όρια και Διεκδικητική συμπεριφορά: Βιωματικός κύκλος 6 online συναντήσεων
Εκφράζεις τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου με αυτοπεποίθηση;
Όταν δεν θέλεις να κάνεις κάτι, μπορείς να πεις «Όχι» χωρίς να αισθάνεσαι εσωτερική πίεση;
Θέτεις όρια στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των άλλων;

Σύμφωνα με την θεωρία της προσκόλλησης του John Bowlby (1973) ο τρόπος που φέρονται οι φροντιστές σε ένα παιδί κατά την διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής του, το διδάσκει ασυνείδητα αν ο κόσμος είναι ασφαλής και το κατά πόσον μπορεί να εμπιστευτεί τους άλλους ότι θα το φροντίσουν, θα είναι εκεί όταν τους χρειαστεί και δεν θα το πληγώσουν.

Αν οι φροντιστές του παιδιού είναι εκεί για να καλύψουν τις ανάγκες του συστηματικά τότε αυτό μαθαίνει να τους εμπιστεύεται και δημιουργεί έναν «ασφαλή» συναισθηματικό δεσμό μαζί τους που του επιτρέπει να νιώθει κι αυτό ασφαλές τόσο συναισθηματικά όσο και σωματικά. Επιπλέον μαθαίνει να εμπιστεύεται και τον εαυτό του οπότε και νιώθει αρκετά ικανό να εξερευνήσει τον κόσμο διότι ακόμα κι αν κάτι κακό του συμβεί, πάντα θα υπάρχει η ασφαλής «βάση» των φροντιστών στους οποίους θα μπορεί να επιστρέψει αν βρεθεί σε επικίνδυνες ή δύσκολες καταστάσεις πέρα από τις δυνάμεις του. Αυτά τα παιδιά κατά συνέπεια μαθαίνουν να εμπιστεύονται τους άλλους και τον εαυτό τους.

Αντιθέτως οι άνθρωποι με «ανασφαλή» δεσμό αποζητούν την επιβεβαίωση από άλλους, γιατί φοβούνται ότι οι άλλοι θα τους εγκαταλείψουν και θα μείνουν τελικά μόνοι. Στο πείραμά της «Παράξενης Κατάστασης» (γνωστό και ως «συνθήκη του ξένου» η Mary Ainsworth (1978) έδειξε ότι οι φροντιστές των ανθρώπων αυτών, ως παιδιά τους φρόντιζαν περιστασιακά χωρίς συνέπεια. Ένα παιδί που παραμελείται και λαμβάνει φροντίδα και ασφάλεια ενίοτε αντί για συστηματικά, μαθαίνει ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται τους άλλους, ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί που θα αναπτύξει μαζί τους θα είναι εύθραυστοι οπότε περιμένει ότι θα το εγκαταλείψουν και θα πληγωθεί. Μαθαίνει πάντα να είναι σε εγρήγορση για την προδοσία που αναπόφευκτα θα επέλθει. Επιπλέον, εύκολα θα νιώσει ότι οι γονείς του, τού φέρονται έτσι γιατί μάλλον το ίδιο δεν έχει και τόση πολλή αξία.

Μέσα από την συμπεριφορά των γονιών προς εμάς, μαθαίνουμε κι εμείς να βλέπουμε τον εαυτό μας, την αξία μας και το κατά πόσον είναι ασφαλές να συνάπτουμε σημαντικές σχέσεις με τους άλλους.

Το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας είναι καθρέφτισμα του πως μας έβλεπαν οι σημαντικοί άλλοι όταν ήμασταν παιδιά. Οι πρώιμες παιδικές εμπειρίες προσκόλλησης, διαμορφώνουν την εσωτερική εικόνα του εαυτού και των άλλων. Οι άνθρωποι που νιώθουν ανασφαλείς χωρίς σχέση, είχαν παραμεληθεί έντονα από φροντιστές που ενδεχομένως δεν τους ήθελαν, από γονείς που προτιμούσαν κάποιον αδελφό ή αδελφή, από γονείς που είχαν πολλά δικά τους προβλήματα για να νοιαστούν για τα δικά μας, που έβλεπαν τα προβλήματά μας ως αδυναμία, υπερευαισθησία, αχαριστία.

Το να αλλάξει ο ανασφαλής δεσμός σε ασφαλή είναι εφικτό αν και δύσκολο. Χρειάζεται παράλληλα λιγότερα ραντεβού με πιθανούς ερωτικούς συντρόφους και περισσότερη δουλειά με τον εαυτό και με τον/την εκάστοτε σύντροφο.

Απαιτεί συστηματική ψυχοθεραπεία, αυτοπαρατήρηση του τι μας πυροδοτεί τις καταστροφολογικές σκέψεις και των επακόλουθων δυσλειτουργικών μοτίβων συμπεριφοράς μας που ακολουθούν τις σκέψεις αυτές. Στην υπόνοια για παράδειγμα ότι ένας σύντροφος μας εγκαταλείπει πρέπει με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα να δούμε αν η συμπεριφορά του/της και εν γένει τα δεδομένα της πραγματικότητάς μας συμφωνούν με αυτό μας το συμπέρασμα.

Παράλληλα χρειάζεται εξάσκηση στην ανάσχεση του παρορμητισμού και στην αντικατάστασή του από πιο λειτουργικές γνωστικές-συναισθηματικές και συμπεριφορικές αντιδράσεις. Αν νιώθουμε ανάξιοι, μόνοι και εγκαταλελειμμένοι, η παρορμητική τάση να βρούμε έναν σύντροφο άμεσα δεν είναι η ιδανική για να ανακουφιστούμε. Αντιθέτως η λύση είναι η αυτοφροντίδα και μία διαδικασία που θα ενισχύει την αίσθηση αυταξίας που με την σειρά της μειώνει την ανάγκη επιβεβαίωσης της αξίας μας μέσω άλλων. Σε περίπτωση ύπαρξης σχέσης, είναι απαραίτητη για την ενδυνάμωση του ασφαλούς δεσμού η ειλικρινής έκφραση των αναγκών στον/στην σύντροφο ώστε να χτιστεί σταδιακά η εμπιστοσύνη, αλλά και ο σεβασμός των ορίων του/της.

Κάποιοι άνθρωποι έμαθαν αυτές τις τεχνικές από το περιβάλλον ενώ ήταν παιδιά ενώ άλλοι αναγκάστηκαν λόγω του ανασφαλούς δεσμού να αναπτύξουν άλλες τεχνικές που πλέον είναι δυσλειτουργικές.

Η ασφαλής προσκόλληση επιτρέπει στο παιδί να εμπιστεύεται και να έχει θετική εικόνα για τον εαυτό και τους άλλους, ενώ η ανασφαλής οδηγεί σε έλλειψη εμπιστοσύνης και δυσκολία στην επικοινωνία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι με ανασφαλή δεσμό είναι καταδικασμένοι αλλά ότι χρειάζεται να φροντίσουν τον εαυτό τους και να του διδάξουν μια πιο λειτουργική αντιμετώπιση που θα τους αφήνει ικανοποιημένους και ασφαλείς που είναι εν τέλει και ο σκοπός της ψυχοθεραπείας.

Βιβλιογραφία

Ainsworth, M. D. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Walls, S. (1978), Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Lawrence Erlbaum.

Bowlby, J. (1973). Attachment and loss: Vol. 2. Separation. Basic Books.