Η Σημαντικότερη Ερώτηση που Πρέπει να Κάνω σε μία Σχέση

Ο έρωτας, όπως είναι αναμενόμενο, μας είναι επιθυμητός. Όταν είμαστε ερωτευμένοι ακόμα και χωρίς ανταπόκριση πολλά από τα χαρίσματα του ατόμου που μας έλκει τα θεωρούμε αυτονόητα.

Στο μυαλό μας, μάς φαίνεται έξυπνο, όμορφο, γοητευτικό, επιτυχημένο και κάνει την καρδιά μας να χτυπάει πιο γρήγορα, μας κάνει να ονειρευόμαστε το μέλλον μαζί του και να θέλουμε να βρισκόμαστε δίπλα του όσο περισσότερο γίνεται. Πολλές φορές όμως, δυστυχώς, δεν αναρωτιόμαστε κάτι πολύ βασικό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: το αν μας φέρεται όμορφα.

Η ωραιοποίηση της παραμέλησης: Το παράδειγμα του Αλκιβιάδη

Ο αρχαίος στρατηγός Αλκιβιάδης έζησε κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου που ξεκίνησε το 431 π.Χ. Ήταν πολύ όμορφος, πετυχημένος, εύγλωττος και όλη η Αθήνα ήταν ερωτευμένη μαζί του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης μία φορά μπήκε μεθυσμένος σε ένα συμπόσιο και βλέποντας τα χρυσά ποτήρια που υπήρχαν εκεί διέταξε τους δούλους του να πάρουν τα μισά και μετά έφυγε χωρίς καν να χαιρετίσει.

Ο Άνυτος στου οποίου το σπίτι είχε διοργανωθεί το συμπόσιο ήταν τόσο ερωτευμένος μαζί του που όταν τον ρώτησαν τι είχε να πει για την συμπεριφορά αυτή του Αλκιβιάδη εκείνος απάντησε ότι ήταν ευγενικός γιατί θα μπορούσε να είχε πάρει όλα τα ποτήρια. Αυτή η γνωστική ασυμφωνία είναι ένας μηχανισμός άμυνας.

Όταν ένας άνθρωπος που θαυμάζουμε ή αγαπούμε μας φέρεται άσχημα, ο εγκέφαλός μας για να αποφύγει τον πόνο της απόρριψης εφευρίσκει δικαιολογίες.

Γιατί επιλέγουμε την απουσία;

Εμείς λοιπόν μπορεί να είμαστε ερωτευμένοι με ένα άτομο, να του φερόμαστε τρυφερά, να το θέλουμε κοντά μας με πάθος ενώ εκείνο μπορεί να μην μας φέρεται τελικά και τόσο καλά. Μπορεί να είναι αποστασιοποιημένο, άπιστο, αγενές, χειριστικό, να μην απαντά στα μηνύματά μας, με άλλα λόγια «να παίρνει τα μισά ποτήρια από το δικό μας πάρτι χωρίς να μας χαιρετίσει καν» κι εμείς να θεωρούμε ότι μας φέρεται «μια χαρά».

Γιατί λοιπόν εμείς επιμένουμε να κρατάμε στην ζωή μας έναν τέτοιον άνθρωπο; Δυστυχώς μπορεί εν τέλει, να μας έλκει όχι παρά τις αρνητικές του συμπεριφορές, αλλά εξ αιτίας τους.

Οι ρίζες του προβλήματος

Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν αυτήν την συμπεριφορά οικεία και άρα ασφαλή. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει απολύτως συνειδητά αλλά αυτόματα. Μπορεί δηλαδή πολλοί άνθρωποι να έχουν συνδέσει την έννοια της αγάπης με την απουσία ενδιαφέροντος, την αποστασιοποίηση, τον θυμό, την αντεπίθεση, την απάθεια, την απιστία, την αβεβαιότητα, την συνεχή (αλλά μάταιη) ελπίδα ότι κάποια στιγμή όλα θα βελτιωθούν. Επιπλέον οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να κατηγορούν τον εαυτό τους για μια αρνητική συμπεριφορά του/της συντρόφου τους. Αυτή η αντιμετώπιση δεν είναι τυχαία αλλά η έκφραση ενός βαθιά ριζωμένου προγραμματισμού που ξεκινά από το οικογενειακό περιβάλλον και καθορίζει την ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε αυτό που καθορίζουμε ως αγάπη.

Όλοι οι άνθρωποι στην λαχτάρα μας να συνδεθούμε και να συνάψουμε αυθεντικές σχέσεις ψάχνουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που έχουμε συνδέσει με την αγάπη. Δυστυχώς για κάποιους από εμάς τα χαρακτηριστικά αυτά είναι δυσλειτουργικά. Αυτό το μοτίβο χαρακτηριστικών βάσει του οποίου ψάχνουμε προέρχεται από τα «μαθήματα» που πήραμε από το περιβάλλον μας στο παρελθόν και κυρίως από τους γονείς.

Κάθε παιδί αξίζει και έχει δικαίωμα να το αγαπούν και να το φροντίζουν οι γονείς του. Δεν συμβαίνει όμως πάντα αυτό. Οι γονείς του, άθελά τους ίσως, μπορεί να το δίδαξαν να είναι υπομονετικό, υπερβολικά υπομονετικό, περιμένοντας ο άλλος να αλλάξει. Δεν έμαθε να επισημαίνει την άσχημη συμπεριφορά των άλλων, δεν έμαθε να διεκδικεί αυτά που έχει ανάγκη. Αντιθέτως έμαθε να μην αντιλαμβάνεται καν αυτές τις ανάγκες.

Η αντίδρασή του είναι το να κάνει περισσότερη υπομονή με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα αλλάξουν. Συνεπώς ούτε τώρα (ως ενήλικας πλέον), μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση για το αν ο/η σύντροφός του τού συμπεριφέρεται όμορφα ούτε όταν ήταν παιδί μπορούσε να απαντήσει στην ερώτηση για το αν οι γονείς του τού φέρονται καλά. Αντιθέτως, στο εδώ και τώρα δεν αντιλαμβάνεται ότι ίσως πέρασαν μήνες από την τελευταία φορά που ήταν ευτυχισμένο, ή το ότι ο/η σύντροφός του έχει προσβλητική, απαξιωτική, ακυρωτική ή απαιτητική συμπεριφορά. Όταν το παιδί παραμελείται από τους γονείς, αυτό δεν σταματά να τους αγαπά αλλά παραμελεί κι εκείνο τον εαυτό του. Μαθαίνει να «διαβάζει» τις ανάγκες των άλλων με ακρίβεια ενώ αγνοεί τις δικές του.

Η οικονομία της ένδειας

Υπάρχουν οικογένειες όπου η αγάπη δεν δίνεται απλόχερα αλλά λειτουργεί ως ένα σπάνιο ανταλλακτικό νόμισμα. Έτσι δημιουργείται μία «οικονομία της αγάπης» στην οποία το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον συναισθηματικής ένδειας κι όπου η επιβράβευση έρχεται μόνο μετά από ατέρμονη υπομονή ή προσπάθεια. Σε ένα περιβάλλον όπου το λίγο γίνεται κανονικότητα, αυτά τα παιδιά ως ενήλικες μαθαίνουν να ικανοποιούνται συναισθηματικά με ψίχουλα.

Όταν ένα παιδί μεγαλώνει κάπου όπου η αγάπη παρέχεται με το σταγονόμετρο ή υπό όρους, μαθαίνει να επιβιώνει προσαρμοζόμενο στις ελλείψεις των γονέων του. Αν ο γονέας είναι συναισθηματικά απών, απόμακρος ή απρόβλεπτος, το παιδί συχνά αναλαμβάνει τον ρόλο του φροντιστή ή του «υπομονετικού παρατηρητή». Έτσι η αγάπη ταυτίζεται με την αναμονή και το παιδί πείθεται ότι αν περιμένει αρκετά, αν προσπαθήσει περισσότερο η αν γίνει αόρατο για να μην ενοχλεί, κάποια στιγμή θα λάβει την αποδοχή που έχει ανάγκη.

Αυτή η δυναμική δημιουργεί έναν εσωτερικό χάρτη για τις μετέπειτα σχέσεις. Αν η οικειότητα στην παιδική ηλικία ήταν συνυφασμένη με την απόρριψη ή την ψυχρότητα, τότε ένας σύντροφος που φέρεται με τον ίδιο τρόπο μοιάζει ασφαλής λόγω του ότι η συμπεριφορά του είναι γνώριμη. Η υγιής, σταθερή αγάπη μπορεί να του φαντάζει ξένη, βαρετή ή ακόμα και απειλητική καθώς δεν ενεργοποιεί τους γνωστούς μηχανισμούς άμυνας και προσπάθειας που το άτομο έχει μάθει να αποκαλεί αγάπη.

Ο εθισμός στην αβεβαιότητα, ο μηχανισμός της διαλείπουσας ενίσχυσης

Ο σύντροφός σου μπορεί να σε αγνοεί συνήθως αλλά όταν σου κάνει ένα μικρό κομπλιμέντο ή σου αφιερώνει λίγο χρόνο, η ανακούφιση που νιώθεις είναι τόσο έντονη που την μπερδεύεις με την αυθεντική σύνδεση.

Σύμφωνα με την συμπεριφοριστική ψυχολογία, η διαλείπουσα ενίσχυση (intermittent reinforcement), το να παίρνεις δηλαδή μία ανταμοιβή απρόβλεπτα και σχετικά σπάνια, σε κάνει να εθίζεσαι στην προσπάθεια να την ξαναβρείς σε βαθμό συχνά μεγαλύτερο από την συστηματική αμοιβή όπως ακριβώς γίνεται στο καζίνο με τα τυχερά παιχνίδια όπως ο «κουλοχέρης». Έτσι ο εγκέφαλος συνηθίζει σε μία κατάσταση συναισθηματικής πενίας όπου η αβεβαιότητα αυξάνει την επιθυμία για την ανταμοιβή και το άτομο βρίσκεται μονίμως σε μία αναζήτηση, που του καθιστά πολύ δύσκολο το να απομακρυνθεί.

Στην ενήλικη ζωή, ένας τέτοιος άνθρωπος γίνεται το άτομο που αυτοθυσιαστικά θα κάνει όλη την δουλειά για τους άλλους, που θα ζητήσει συγνώμη χωρίς να φταίει ή που θα υπομείνει την αγένεια. Για έναν τέτοιον άνθρωπο, η διεκδίκηση είναι κάτι τρομακτικό γιατί στο παρελθόν σήμαινε σύγκρουση ή εγκατάλειψη από έναν ή και τους δύο γονείς. Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν συντρόφους που είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμοι διότι αυτό το μοτίβο ενεργοποιεί την ανάγκη τους να «διορθώσουν» το παρελθόν. Πιστεύουν ασυνείδητα ότι αν καταφέρουν να κάνουν τον/την δύσκολο/η σύντροφο να τους αγαπήσει τότε θα έχουν δικαιωθεί για την παραμέληση που υπέστησαν ως παιδιά. Η υπομονή λοιπόν λειτουργεί ως μηχανισμός επανάληψης του τραύματος και οι άνθρωποι αυτοί ανέχονται το «λίγο» που παίρνουν αντί να δεχτούν το «πολύ» που αξίζουν.

Η ψευδαίσθηση της δικαίωσης, προσπαθώντας να διορθώσουμε το παρελθόν

Το άτομο καταλήγει να επενδύει το μέγιστο των συναισθηματικών του αποθεμάτων λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ψίχουλα προσοχής. Η συναισθηματική οικονομία της ένδειας δικαιολογείται μέσω της εκλογίκευσης, «έχει δύσκολο χαρακτήρα», «πέρασε πολλά μικρός/η», «κατά βάθος με αγαπάει».

Στην πραγματικότητα όμως το άτομο δεν είναι καν ερωτευμένο με τον σύντροφό του αλλά με την προοπτική του συντρόφου του. Αναπαράγει το παιδικό δράμα της προσπάθειας να κερδίσει το ενδιαφέρον ενός απόμακρου γονέα ελπίζοντας (για πολλοστή φορά) οτι αυτήν την φορά το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό. Αυτή η υπομονή όμως που ήταν αναγκαία στο παιδί για να επιβιώσει γίνεται δυσλειτουργική στην ενήλικη ζωή.

Ο φόβος της διεκδίκησης και η παγίδα των υποχωρήσεων

Κατά την διάρκεια μιας σχέσης, μπορεί κάποια στιγμή να αναγνωρίσουμε ότι ο σύντροφός μας κάνει κάτι που μας δυσαρεστεί αλλά αμέσως σκεφτόμαστε ότι «καλύτερα να μην το κάνουμε μεγάλο θέμα» ή ότι «τα πράγματα είναι καλά κι ας μην τα χαλάσουμε με την υπερβολική συμπεριφορά» μας. Ίσως, να φοβόμαστε ότι η σχέση μας είναι ήδη σε τόσο οριακό στάδιο που αν διεκδικήσουμε και κάτι ο άλλος/η θα μας εγκαταλείψει.

Όταν αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι στην συμπεριφορά του/της συντρόφου δεν μας αρέσει, μια αόρατη δύναμη μας εμποδίζει από το να το εκφράσουμε. Ίσως είναι ο φόβος της εγκατάλειψης, ίσως είναι μία εσωτερική αίσθηση καθήκοντος ότι πρέπει να κάνουμε υπομονή για τον άλλον, ίσως είναι μια αίσθηση μειονεξίας που μας ωθεί να σκεφτούμε ότι είμαστε κακοί ή ανεπαρκείς κι άρα δεν έχουμε το δικαίωμα ή την πολυτέλεια να διεκδικούμε, ή ίσως να θεωρούμε αδυναμία το να έχουμε και να εκφράζουμε ανάγκες. Σε κάθε περίπτωση όμως αντιδρούμε έτσι γιατί μάθαμε στην παιδική μας ηλικία ότι η αγάπη είναι μία αδιάκοπη δοκιμασία αντοχής στον πόνο. Ακόμα χειρότερα, μπορεί ο/η σύντροφός μας να επιβεβαιώνει αυτούς μας τους φόβους λέγοντάς μας ότι οι ανάγκες μας είναι υπερβολικές αν τις εκφράσουμε και μειώνοντάς τες προς όφελος των δικών του/της.

Συχνά ακούμε ότι «οι σχέσεις θέλουν δουλειά» ή ότι «πρέπει να κάνεις υποχωρήσεις». Αυτό είναι αληθές σε ένα υγιές πλαίσιο αλλά για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να παίρνει ελάχιστα αυτές οι φράσεις γίνονται ένας λόγος παραπάνω για να παραμένει παραμελημένος σε κακοποιητικές σχέσεις. Πρέπει να διαχωρίσουμε την εποικοδομητική υπομονή από την συναισθηματική παθητικότητα.

Αφύπνηση

Η βασική ερώτηση λοιπόν που πρέπει να κάνουμε σε μία σχέση είναι η εξής: μου φέρεται o/η σύντροφός μου όμορφα; Αν η απάντηση είναι όχι τότε πρέπει να φύγουμε. Είναι δύσκολο αλλά αναγκαίο.

Η αγάπη δεν πρέπει να είναι αγώνας αντοχής, ή ανταμοιβή για την αυτοθυσία μας αλλά μία κατάσταση αμοιβαίας ασφάλειας και σεβασμού. Η συνειδητοποίηση οτι η υπερβολική υπομονή αποτελεί την συνέπεια ενός τραυματισμένου παρελθόντος είναι το πρώτο βήμα για την επούλωση των τραυμάτων αυτού του παρελθόντος, όταν αναγνωρίσουμε ότι οι ανάγκες μας δεν είναι υπερβολικές και οτι έχουμε το δικαίωμα να διεκδικούμε μία σχέση όπου η φροντίδα θα είναι δεδομένη.

Βιβλιογραφία

Derenne A, Flannery KA (2007). “Within Session FR Pausing”. The Behavior Analyst Today. 8(2): 175–86.

Miltenberger, R. G. “Behavioral Modification: Principles and Procedures”. Thomson/Wadsworth, 2008.

Vollmer TR, Iwata BA (1992). “Differential reinforcement as treatment for behavior disorders: procedural and functional variations”. Research in Developmental Disabilities. 13(4): 393–417.